αναπαράγω


αναπαράγω
αναπαράγω, αναπαρήγαγα βλ. πίν. 135

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναπαράγω — 1. παράγω εκ νέου ή συνεχώς όμοια πράγματα 2. (ειδικά για ζωντανούς οργανισμούς) δημιουργώ ον ομοειδές με εμένα 3. παθ. δημιουργούμαι ή μπορώ να προέλθω από όμοιο ον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + παράγω. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα… …   Dictionary of Greek

  • αναπαράγω — [анапараго] р. воспроизводить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναπαράγω — παράγω ξανά, αναδημιουργώ: Η ζωντανή ύλη έχει την ιδιότητα να αναπαράγει ζωντανή ύλη και μάλιστα σύμφωνα με ορισμένους κανόνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπαραγωγέας — ο αυτός που αναπαράγει, που κάνει αναπαραγωγή*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναπαράγω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον γεωπόνο και συγγραφέα Ραϊνόλδο Δημητριάδη) …   Dictionary of Greek

  • αναπαραγωγή — Χαρακτηριστική λειτουργία όλων των ζωντανών συστημάτων, που έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση, συνέχιση και εξέλιξη του φαινομένου της ζωής σε νέους οργανισμούς, με τελικό επακόλουθο τη διατήρηση και διαιώνιση του είδους τους. Η α. είναι απόλυτα… …   Dictionary of Greek

  • αναπαραγωγικός — ή, ό 1. ο κατάλληλος ή χρήσιμος για αναπαραγωγή 2. (στην ψυχολ.) αναπαραγωγική κρίση η μη πρωτότυπη αλλά παράγωγος κρίση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναπαράγω. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ακρόπολις. ΠΑΡ. αναπαραγωγικότητα] …   Dictionary of Greek

  • αναπαραγωγός — ό [αναπαράγω] 1. αυτός που αναπαράγει, που συντελεί στην αναπαραγωγή* 2. το αρσ. ως ουσ. ο αναπαραγωγός γεωργός ή κτηνοτρόφος που ασχολείται με την αναπαραγωγή φυτών ή ζώων …   Dictionary of Greek

  • γέρνω — (Μ γέρνω) 1. κλίνω προς τα κάτω ή προς τα πλάγια («γείρε τη στάμνα», «γείρε τη σανίδα δεξιά») 2. παρουσιάζω κλίση προς τα κάτω ή προς τα πλάγια («ταπεινότατη σού γέρνει η τρισάθλια κεφαλή», Δ. Σολ. «τα κλαδιά έγερναν από το βάρος τού καρπού») 3.… …   Dictionary of Greek

  • προσαναπαράγω — Α [ἀναπαράγω] επανέρχομαι μετά από παρέκβαση …   Dictionary of Greek

  • τυπώνω — τυπῶ, όω, ΝΜΑ [τύπος] νεοελλ. 1. αναπαράγω κείμενα ή εικόνες με το τυπογραφικό πιεστήριο, εκτυπώνω 2. συνεκδ. εκδίδω («τύπωσε μια καινούργια συλλογή ποιημάτων») 3. χαράζω σχέδια με πίεση πάνω σε ένα μαλακό σώμα, αποτυπώνω 4. (το β πρόσ. προστ.… …   Dictionary of Greek